Συμπεράσματα Ημερίδας 5

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 

ΗΜΕΡΙΔΑΣ

με θέμα:

H ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ. ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ;

Δρ.Ν. Άρτεμις Αναγνώστου–Δεδούλη

Πρόεδρος ΕΠΚΟΔΙ

Γεν. Δ/ντρια Υπ. Απασχόλησης

& Κοινωνικής Προστασίας

«…..Η αξιοποίηση  της περιουσίας των ασφαλιστικών Ταμείων, ο ρόλος τους και η σημασία τους για την ομαλή καταβολή των συντάξεων κυρίως σε περιόδους κρίσεως και οικονομικής δυσπραγίας, καθώς επίσης και ο ρόλος του κράτους στην διαχείριση και αξιοποίησή τους αποτελεί σημείο αιχμής και σύγκρουσης κράτους και κοινωνικών εταίρων για δύο κυρίως λόγους:…..».

Η ημερίδα ξεκίνησε με την φιλόδοξη πρόθεση να φωτίσει με τεκμηριωμένες, επιστημονικά, θέσεις μία από τις πιο θολές  ζώνες στο ασφαλιστικό ζήτημα της χώρας. Μία περιοχή που αναδείχτηκε στο παρελθόν  και σε «ζώνη κινδύνου» για όλους όσους ενεπλάκησαν με τη διαχείριση κινητών αξιών. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το κεφάλαιο «αποθεματικά Ταμείων» άλλοτε αναδεικνύεται   σε σημείο τριβής ανάμεσα σε  κυβερνήσεις και συνδικαλιστικούς φορείς,  κι άλλοτε σε ευκαιρία εύκολου κέρδους για «ενδιαμέσους».

Η αξιοποίηση  της περιουσίας των ασφαλιστικών Ταμείων, ο ρόλος τους και η σημασία τους για την ομαλή καταβολή των συντάξεων κυρίως σε περιόδους κρίσεως και οικονομικής δυσπραγίας, καθώς επίσης και ο ρόλος του κράτους στην διαχείριση και αξιοποίησή τους αποτελεί σημείο αιχμής και σύγκρουσης κράτους και κοινωνικών εταίρων για δύο κυρίως λόγους:

Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές το κράτος έχει μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για την σημερινή οικονομικά δυσχερή θέση των Ταμείων. Διότι επί σειρά ετών χρησιμοποίησε συστηματικά τα αποθεματικά του για σκοπούς άλλους  από κοινωνικοασφαλιστικούς,  καταστώντας τους ασφαλιστικούς οργανισμούς «δανειστές» και μόνο του δημόσιου χρέους, αποφεύγοντας να  τους θωρακίσει   με  το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία τους .   Αποτέλεσμα, η περιουσία να απομειώνεται και να μην επαρκεί για την εξασφάλιση συντάξεων και παροχών σε συνθήκες  οικονομικής κρίσης. Από την άλλη, πολλοί αναλυτές εξαρτούν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος στην αξιοποίηση των αποθεματικών. Θεωρούν ότι αποτελούν, ενδεχομένως, την πανάκεια για τη διατήρηση του διανεμητικού συστήματος, αρκεί να συνδεθεί ορθολογικότερα με τις αγορές χρήματος και κεφαλαίων.

Για του λόγους αυτούς κι  εν μέσω του κοινωνικού διαλόγου που διεξάγεται για πολλοστή φορά με θέμα την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας, και της προσπάθειας που καταβάλλεται για την βελτίωση της λειτουργίας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, πιστεύουμε ότι το θέμα της περιουσίας των Ταμείων έπρεπε να συζητηθεί με τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια, ευαισθησία και τεκμηρίωση.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι πετύχαμε τουλάχιστον το στόχο της ειλικρινούς και της επιστημονικής τεκμηρίωσης των θέσεων που αναπτύχθηκαν.

Τα ερωτήματα που τέθηκαν προς διερεύνηση ήταν τα ακόλουθα:

Πού αρχίζει  και πού τελειώνει  ο «μύθος» για τα  αποθεματικά των ασφαλιστικών οργανισμών;  Είναι μέρος της λύσης  για το ασφαλιστικό πρόβλημα ή ένα ακόμη  “άλλοθι” που συντηρείται  για να αποφύγουμε επιλογές επώδυνων μέτρων; Ποιος είναι ο ρόλος των αποθεματικών στο ελληνικό διανεμητικό σύστημα και ποια η πραγματική αποτίμηση της αξίας τους; Ποιες είναι οι ευθύνες του κράτους για την ορθολογική διαχείριση της περιουσίας των Ταμείων, και πώς οριοθετούνται οι ευθύνες των διοικήσεων και των εκπροσώπων των εργαζομένων;

Στα ερωτήματα αυτά δόθηκαν οι ακόλουθες εν συμπεράσματι απαντήσεις :

Τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών οργανισμών και αν ακόμη είχαμε επιτύχει την αποτελεσματικότερη διαχείριση και τις καλλίτερες αποδόσεις δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν την απάντηση στο τεράστιο χρηματοδοτικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων ούτε να επιλύσουν το πρόβλημα του ασφαλιστικού.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι το κράτος έχει ευθύνη για την αναποτελεσματική διαχείριση και την ελλιπή αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων όπως και για τα όργανα στα οποία επί σειρά ετών εμπιστεύτηκε την διαχείριση και αξιοποίησή τους.

Οι ευθύνες των οργάνων διαχέονται από την πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και τα παράλληλα και πολυεπίπεδα όργανα που εμπλέκονται κάθε φορά καθώς και την ανάμειξη και τις παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας. Καθώς οι ευθύνες Υπουργών δεν ποινικοποιούνται ουσιαστικά και ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών διασφαλίζει την ατιμωρησία τους οι ευθύνες και οι κυρώσεις σπανίως επιβάλλονται .

Ειδικότερα:

Ο κος Ρούπας στην εισήγηση του προέβη στην ιστορική αποτίμηση του ζητήματος των αποθεματικών και ανέδειξε το ρόλο τους στο Ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα. Η αποτίμηση της συγκεκριμένης περιόδου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσε να εξαρτηθεί η βιωσιμότητα του ελληνικού συστήματος αποκλειστικά και μόνο από την κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών έστω και με διαφορετική διαχείριση από αυτή που υπήρξε. Η διαφορά μεταξύ αποθεματικών με την υπάρχουσα διαχείριση και αποθεματικών με ορθολογικότερη διαχείριση, δεν αξιολογείται σημαντική, διότι τα μεγέθη τους εξ αρχής δεν ήταν επαρκή για κεφαλαιοποίηση. Τα ταμεία βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με το δυσμενές περιβάλλον της εσωτερικής τους κρίσης, με το δυσμενές περιβάλλον της παγκόσμιας οικονομικής συγκυρίας, με συνθήκες χαμηλών επιτοκίων (οι οποίες μειώνουν το περιθώριο κερδών από χαρτοφυλάκια σταθερών τίτλων) και ταυτόχρονα με συνθήκες έντονων διακυμάνσεων των κεφαλαιαγορών.

Ως τελικό συμπέρασμα κρίνεται ότι η αποτελεσματική διαχείριση των αποθεματικών μπορεί να αποφέρει με βεβαιότητα πρόσθετα σημαντικά έσοδα. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θεωρείται ότι αποτελεί απάντηση στο τεράστιο χρηματοδοτικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων ούτε μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα του ασφαλιστικού (όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη διαχείριση που υπήρξε μέχρι σήμερα) ακόμη και αν τα ταμεία επιτύχουν τις καλύτερες αποδόσεις. Το εισόδημα από τη διαχείριση της περιουσίας αποτελεί όμως εναλλακτική πηγή εσόδων και ως τέτοια πρέπει να διασφαλίζεται.

Η ομιλία του κου Σπήλιου Μούζουλα, με τον τίτλο «Κοινωνική προστασία και χρηματοοικονομική κερδοσκοπία» ένα επίκαιρο και ιδιαίτερο φορτισμένο στις ημέρες μας όρο, μας ανοίγει μια νέα οπτική γωνία και καταδεικνύει την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα των ασφαλιστικών οργανισμών και την ανάγκη και υποχρέωσή τους ταυτόχρονα να εκφράζουν τάσεις κερδοσκοπίας. Ο κ. Μούζουλας εξέτασε τις αρχές και τον τρόπο επενδύσεων των συνταξιοδοτικών οργανισμών φωτίζοντας τις δύο παραμέτρους, κοινωνική προστασία και κερδοσκοπία, τις οποίες ο νομοθέτης εξισορροπεί με τις ρυθμίσεις του. Από την επί μέρους εξέταση των επιλογών για την εξισορρόπηση κερδοσκοπίας και κινδύνου στον Ν. 3586/2007 και σε σύγκριση και με τον Ν. 3029/2009 για τα ΤΕΑ, διαπιστώνει ότι ο Έλληνας νομοθέτης ακολουθεί περισσότερο την αρχή της θέσπισης ανώτατων επενδυτικών ορίων, τα οποία οφείλει να τηρεί ο διαχειριστής και λιγότερο την αρχή της συνετής διαχείρισης, σύμφωνα με την οποία ο διαχειριστής φέρει την ευθύνη της επιλογής ποιοτικών επενδύσεων. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η θέσπιση επενδυτικών ορίων αν και συντηρητική μπορεί να είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την ελληνική πραγματικότητα, διότι λείπει η υποδομή που θα επέτρεπε την υποστήριξη των όποιων διαδικασιών λήψης επενδυτικών αποφάσεων, με κριτήρια που θα μετριάζουν την κερδοσκοπία, με τη σωστή στάθμιση και αξιολόγηση των υφιστάμενων κινδύνων. Ωστόσο, αυτή η έλλειψη δεν θα υφίστατο και στο επίπεδο των επαγγελματιών διαχειριστών που θα μπορούσαν να αναλάβουν τη διαχείριση των συνταξιοδοτικών οργανισμών με την εφαρμογή της συνετής διαχείρισης και την επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων. Εξάλλου, η σώρευση των κεφαλαίων των ταμείων στο Κοινό Κεφάλαιο Νομικών Προσώπων και Ασφαλιστικών Φορέων, που διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, λειτουργεί σε βάρος της διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου των ταμείων, στερεί δε από αυτά τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης αυτών των κεφαλαίων. Πέρα από αυτό, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τις επενδύσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, μέσα από τα επενδυτικά όρια που θέτει, δημιουργεί και ζητήματα μη συμβατότητας με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υφίσταται συνεπώς πεδίο για ενδεικνυόμενες μεταβολές του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, οι οποίες θα δημιουργούσαν το υπόβαθρο για μία αποτελεσματικότερη διαχείριση των διαθεσίμων των ταμείων, με την οδηγία για τα συνταξιοδοτικά ιδρύματα επαγγελματικής ασφάλισης να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για μία τέτοια μεταρρύθμιση.

Ο κος Νίκος Μυλωνάς παρατηρεί ότι τα προβλήματα δεν πηγάζουν από την έλλειψη εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά πρωτίστως από την ευθύνη των αποφάσεων για τις επενδύσεις που την έχουν τα ΔΣ των ταμείων, κατά κανόνα άτομα με ανύπαρκτη ή μικρή εμπειρία στις επενδύσεις. Εξάλλου, ο κατακερματισμός των αποθεματικών σε μεγάλο αριθμό ταμείων κάνει την εποπτεία πράξη διαδικαστική και όχι ουσιαστική. Η εποπτεύουσα αρχή αδυνατεί να ελέγξει την επίτευξη των επενδυτικών στόχων και τη σύμπλευση της επενδυτικής πολιτικής με τις αναλογιστικές απαιτήσεις κάθε ταμείου. Για τον λόγο αυτό ο εισηγητής καταλήγει ότι πρέπει να συγκεντρωθούν όλα τα αποθεματικά σε έναν κεντρικό φορέα που θα εφαρμόζει επαγγελματική διαχείριση ή και θα αναθέτει τη διαχείριση σε επαγγελματίες διαχειριστές που θα τους ελέγχει.

Ο Ν. Τεσσαρομάτης επισημαίνει ότι έχουν παρατηρηθεί διεθνώς την τελευταία δεκαετία σημαντικές αλλαγές στην διακυβέρνηση και τον τρόπο διαχείρισης των αποθεματικών των δημοσίων ταμείων με στόχο την κάλυψη των μακροχρόνιων υποχρεώσεων των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Στην Ελλάδα παρατηρούνται αδυναμίες στο σύστημα διακυβέρνησης και διαχείρισης της περιουσίας των ΦΚΑ με κύρια χαρακτηριστικά το περιοριστικό πλαίσιο επενδύσεων, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και οργάνωσης.

Το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων των αποθεματικών των ελληνικών ΦΚΑ γίνεται σε μετρητά, εν αντιθέσει με τα δημόσια ταμεία του εξωτερικού που επενδύουν το υψηλότερο ποσοστό περιουσίας τους σε μετοχές, ενώ τους επιτρέπεται να επενδύουν στο εξωτερικό χρησιμοποιώντας εξωτερικούς διαχειριστές.

Παρά τις αδυναμίες στη διαχείριση της περιουσίας των ΦΚΑ μετά τη «μερική φιλελευθεροποίηση του θεσμικού πλαισίου» και συγκεκριμένα την περίοδο 1997-2009 η μέση ετήσια απόδοση ήταν 6,5% και αφαιρουμένου του πληθωρισμού 2,9%. Την ιδία περίοδο η μέση απόδοση καταθέσεων ήταν 5,7%, των κρατικών ομολόγων 6,9%, των μετοχών 12,5%, ενώ ο πληθωρισμός ήταν 3,5% ετησίως. Η πραγματική μέση ετήσια απόδοση των ασφαλιστικών οργανισμών τα τελευταία δεκατρία χρόνια, είναι δυνατόν να συγκριθεί με τις αποδόσεις των ταμείων χωρών με μεγαλύτερη εμπειρία και επαγγελματισμό στην διαχείριση χαρτοφυλακίων.

Ο εισηγητής προτείνει την δημιουργία μικρού αριθμού ανεξάρτητων δημόσιων εταιρειών διαχείρισης των αποθεματικών με σκοπό την παροχή στους ΦΚΑ συμβουλευτικών και διαχειριστικών υπηρεσιών. Τα διαχειριστικά αποτελέσματα θα αξιολογούνται ετησίως από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το Υπουργείο Οικονομικών και θα παρουσιάζονται στη Βουλή.

Ο κος Ν. Πρωτονοτάριος, εξετάζει τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας 68 Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και διαπιστώνει ότι το 20% της συνολικής ακίνητης περιουσίας δεν έχει αξιοποιηθεί. Επίσης διαπιστώνει ότι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΑΕΕ, το ΤΣΠ-ΕΤΕ και το Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος έχουν πάνω από το 50% της ακίνητης περιουσίας, ενώ 37 ακίνητα έχουν περίπου το 50% της αντικειμενικής αξίας των 580 ακινήτων του συνόλου των 68 φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως. Τονίζει ότι η αξία που αναφέρεται στα επίσημα στοιχεία της ΓΓΚΑ είναι η αντικειμενική και όχι η αγοραία και ότι θα έπρεπε να γίνει εκτίμηση της αγοραίας αξίας από το ΣΟΕ, προκειμένου να υπάρχει μία «καθαρή» εικόνα. Συνολικά πάντως, η αντικειμενική αξία του συνόλου των ακινήτων 68 ασφαλιστικών οργανισμών ξεπερνά τα 1,4 δις Ευρώ και περιλαμβάνει κατά ποσοστό 65,71% επαγγελματικούς χώρους, κατά ποσοστό 14,10% ξενοδοχεία, κατά 12,54% αγροτεμάχια και οικόπεδα, κατά 5,34% κινηματογράφους και θέατρα, κατά 1,40% νοσοκομεία και μόλις κατά 0,31% διαμερίσματα.

Ο εισηγητής προτείνει την πλήρη καταγραφή όλων των ακινήτων και την εκτίμηση της αγοραίας αξίας αυτών, την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων μισθώσεως των μισθωμένων ακινήτων και τη δημιουργία μιας ανωνύμου εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία (ΑΕΕΑΠ) με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και στόχο τη βέλτιστη εκμετάλλευση των ακινήτων και τον συνεχή έλεγχο. Παράλληλα μπορεί κατά περίπτωση να εξετάζονται και τα ενδεχόμενα της αξιοποίησης με άλλες μεθόδους π.χ. αντιπαροχής, μακροχρόνιας μίσθωσης κ.λπ.

O κος Δανιήλ Γιαμουρίδης ανέλυσε τη μέθοδο διαμόρφωσης επενδυτικής πολιτικής στα Ασφαλιστικά Ταμεία. Αρχικά έγινε μία παρουσίαση της κατανομής πλούτου των Δημόσιων Ασφαλιστικών Ταμείων σε διεθνές επίπεδο και διαπιστώθηκε η διαφοροποίηση σε σχέση με την Ελληνική πρακτική. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε το ορθό πλαίσιο διαχείρισης της περιουσίας των Ασφαλιστικών Ταμείων το οποίο έλαβε υπόψη και τις μελλοντικές τους υποχρεώσεις. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται μεθοδικός λογισμός των κινδύνων των υποχρεώσεων, των επενδυτικών κινδύνων καθώς επίσης και της αλληλεπίδρασής τους. Παρουσιάστηκε η αρχή διαμόρφωσης επενδυτικής πολιτικής με βάση τα σύγχρονα πρότυπα Asset Liability Management και Liability Driven Investment και συζητήθηκαν οι πιθανές επενδύσεις και ο ρόλος τους στο τελικό χαρτοφυλάκιο. Η παρουσίαση ανέδειξε ότι οι επενδυτικοί κίνδυνοι στα Δημόσια Ασφαλιστικά Ταμεία δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να αποφεύγονται – ειδικά στο στάδιο της ωρίμανση του συστήματος. Όταν αναλαμβάνονται ωστόσο θα πρέπει να είναι απολύτως λελογισμένοι: να υπάρχει δηλαδή πλήρης γνώση τους και εξίσου σημαντικό να αναλαμβάνονται στη σωστή τιμή.

Ο κος Βασιλακόπουλος

Τέλοs κατά τη συζήτηση στο στρογγυλό τραπέζι από τους πολιτικούς και τους κοινωνικούς εταίρους που παρερεύθηκαν (από το Κ.Κ.Ε. αν και κλήθηκαν εγγράφως και προφορικώς δεν ανταποκρίθηκαν και από το ΛΑΟΣ λόγω εκτάκτου κωλύματος δεν μπόρεσε να παρερευθεί ο κος Βελλόπουλος ούτε η κα Παπανδρέου σε αντικατάστασή του) τονίστηκαν τα εξής:

O κ. Ρ. Σπυρόπουλος αναφέρθηκε στην ανάγκη ευρύτερης συμφωνίας για να αντιμετωπισθεί η αλήθεια στο ασφαλιστικό. Τόνισε ότι από τον κοινωνικό διάλογο λείπουν οι νέοι ασφαλισμένοι και ότι αυτοί πρέπει να πάρουν τη σκυτάλη. Όσον αφορά στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας συντάχθηκε με την εισήγηση του κ. Πρωτονοτάριου και όσον αφορά στην κινητή περιουσία με τους εισηγητές που ομόφωνα πρότειναν την ενιαία διαχείρισή της.

Ο κ. Ι. Βρούτσης υπογράμμισε ότι η ανάγκη άμεσης αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, με όρους διαφάνειας και μετρήσιμης αποδοτικότητας, στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, αποτελεί σημαντική συνιστώσα για τη βελτίωση της επάρκειας και βιωσιμότητας του Ασφαλιστικού μας Συστήματος. Αναφέρθηκε στα βασικά κριτήρια ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου αξιοποίησης της περιουσίας: διατήρηση της αυτονομίας των Διοικητικών Συμβουλίων των Ταμείων για τη διαχείριση της περιουσίας των ασφαλισμένων τους, επίτευξη της μεγαλύτερη δυνατής απόδοσης με ελαχιστοποίηση του αναλαμβανόμενου κινδύνου, ευρεία διασπορά επενδύσεων και εφαρμογή διαδικασιών διαχείρισης επενδυτικού κινδύνου, ευελιξία στη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων, συγκριτική αξιολόγηση των επενδύσεων, ανάθεση του έργου της διαχείρισης σε επαγγελματίες «Συμβούλους Επενδύσεων» και «Διαχειριστές», εφαρμογή διεθνώς αποδεκτών κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, τήρηση αυστηρών προδιαγραφών ελέγχου και εποπτείας της επενδυτικής πολιτικής των Ταμείων

Ο κ. Βρούτσης ενόψει και της σημερινής δύσκολης δημοσιονομικής συγκυρίας θεωρεί αναγκαίο να εφαρμοστεί άμεσα και πλήρως το υφιστάμενο σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο πληροί όλα τα παραπάνω κριτήρια. Τόνισε επίσης ότι η Ν.Δ., θα είναι πάντα παρούσα για να επιδοκιμάζει ορθές επιλογές και να απορρίπτει προσεγγίσεις που οδηγούν στην εκποίηση – «ξεπούλημα» της περιουσίας των Ασφαλιστικών Ταμείων, δηλαδή, στην απαξίωση του ιδρώτα των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων, και στην υπονόμευση παράλληλα της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του ίδιου του Ασφαλιστικού μας Συστήματος.

Ο κ. Γ. Δραγασάκης τόνισε ότι δεν μπορούμε να λέμε τα ίδια πράγματα μετά την κρίση και ότι χρειάζονται μέτρα για την αντιμετώπιση της ύφεσης και ιδίως της ανεργίας. Ειδικότερα για την αξιοποίηση της περιουσίας υποστήριξε ότι η συζήτηση πρέπει να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο που θα αφορά στη διάσωση του συστήματος και στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε να μιλάμε για αύξηση της περιουσίας των ταμείων και για το με ποια κριτήρια και ποιοί θα αποφασίζουν για τη διαχείριση της περιουσίας τους.

Ο κ. Χ. Κυριαζής με τη σειρά του αναφέρθηκε στην ανάγκη ευρύτερης συμφωνίας και ουσιαστικού και τεχνικού διαλόγου για το ασφαλιστικό. Διαπίστωσε δε και αυτός ότι τα αποθεματικά είναι η παρονυχίδα του προβλήματος και δεν δίδουν λύση στο ασφαλιστικό ζήτημα.

Ο κ Γ. Ρωμανιάς είπε ότι από τα στοιχεία και τις μελέτες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ προκύπτει ότι η κρίση θα κορυφωθεί μέχρι το 2019 και στη συνέχεια σταδιακά θα αμβλυνθεί. Τούτο διότι σταδιακά οι γενεές των παλαιών ασφαλισμένων θα δώσουν τη θέση τους στις γενεές των νέων ασφαλισμένων των οποίων το καθεστώς είναι από ασφαλιστικής πλευράς αρτιότερο. Όσον αφορά στο θέμα της διαχείρισης των αποθεματικών τόνισε ότι η κοινή διαχείριση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα από πλευράς περιουσιακών δικαιωμάτων, διότι όποιος έχει ιδιοκτησία πρέπει να έχει και τη δυνατότητα της διαχείρισής της.

Ο κ. Δ. Μπούρλος ανέφερε ότι ο τομέας αξιοποίησης χωρίζεται σε τρεις περιόδους που σε καμιά δεν υπήρξε ορθός προσανατολισμός, η δε υπόθεση των δομημένων ομολόγων πλην της οικονομικής ζημίας προκαλεί επενδυτική αναστολή ιδιαίτερα επιβλαβή για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.